notariat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
notariat notariats

notariat (fr) αρσενικό

  1. συμβολαιογραφικό γραφείο
  2. το σύνολο των συμβολαιογράφων