Μετάβαση στο περιεχόμενο

oben

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

oben (de)

  • επάνω, πάνω
    παράδειγμα  sie ist oben - είναι επάνω (=στο πάνω πάτωμα)
    παράδειγμα  nach oben - προς τα πάνω

Αντώνυμα

[επεξεργασία]