Μετάβαση στο περιεχόμενο

octuple

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
octuple octuples

Επίθετο

[επεξεργασία]

octuple (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]