oléiculture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oléiculture (fr) θηλυκό

  1. η καλλιέργεια του ελαιόδεντρου
  2. η ελαιουργία