Μετάβαση στο περιεχόμενο

one-off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

one-off (en)

  • εφάπαξ
    παράδειγμα  the one-off payment of the tax
    η εφάπαξ πληρωμή του φόρου

Συνώνυμα

[επεξεργασία]