Μετάβαση στο περιεχόμενο

onsdag

Από Βικιλεξικό

Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

onsdag (da)



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

onsdag (no)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
onsdag < αρχαία σουηδική oþinsdagher < παλαιά νορβηγική óðinsdagr (ημέρα του Όντιν) < πρωτογερμανική *Wōdanas dagaz

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈʊnsdɑːɡ/ και /ˈʊnsda/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

onsdag (sv)