ori

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ori (ro)

trei ori - τρεις φορές