Μετάβαση στο περιεχόμενο

orthoptique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orthoptique orthoptiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

orthoptique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]