ouzo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ouzo (fr) αρσενικό (πληθυντικός ouzos)

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ouzo (it)