Μετάβαση στο περιεχόμενο

pâtissière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pâtissière pâtissières

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pâtissière (fr) θηλυκό