Μετάβαση στο περιεχόμενο

pédantisme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pédantisme < pédant

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pédantisme pédantismes

pédantisme (fr) αρσενικό