périlleusement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- périlleusement < périlleux
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.ʁi.jøz.mɑ̃/
Επίρρημα
[επεξεργασία]périlleusement (fr)
périlleusement (fr)