Μετάβαση στο περιεχόμενο

półtorej

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

półtorej (pl) άκλιτο θηλυκό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]