palate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

palate (en)

  1. o ουρανίσκος
     συνώνυμα: uraniscus
  2. η αίσθηση της γεύσης