Μετάβαση στο περιεχόμενο

palikarya

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
palikarya < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική پالیقاریا (palikarya) < νέα ελληνική παλικάρια < παλικάρι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɑ.liˈkɑɾ.jɑ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

palikarya (tr)

  1. ένας Έλληνας παλικαράς
  2. ελληνικός νταής

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • palikarya - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002