Μετάβαση στο περιεχόμενο

parcomètre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
parcomètre parcomètres

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

parcomètre (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]