parfumerie
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| parfumerie | parfumeries |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]parfumerie (fr) θηλυκό
- το αρωματοπωλείο, το μυροπωλείο, η αρωματοποιία
| ενικός | πληθυντικός |
| parfumerie | parfumeries |
parfumerie (fr) θηλυκό