Μετάβαση στο περιεχόμενο

pavage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pavage pavages

pavage (fr) αρσενικό