paysannat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
paysannat paysannats

paysannat (fr) αρσενικό

  1. η αγροτιά, το σύνολο των αγροτών

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: paysan