pełnia
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pełnia < pełny
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pełnia (pl) θηλυκό
- (αστρονομία, λαϊκότροπο) πανσέληνος
- απόγειο (μεταφορικά)