pełnia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pełnia < pełny

Προφορά[επεξεργασία]

pełnia 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pełnia (pl) θηλυκό

  1. (αστρονομία), (λαϊκότροπο) πανσέληνος
    Αντώνυμα
  2. απόγειο (με τη μεταφορική έννοια)