Μετάβαση στο περιεχόμενο

percussion

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
percussion percussions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

percussion (fr) θηλυκό