Μετάβαση στο περιεχόμενο

perfidie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
perfidie perfidies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

perfidie (fr) θηλυκό