permis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

permis 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

permis (fr) αρσενικό (πληθυντικός: permis)

  1. άδεια (συγκατάνευση για κάτι)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

permis (fr) αρσενικό, permise θηλυκό (πληθυντικός: permis αρσενικό, permises θηλυκό)

  1. μετοχή παρακειμένου του ρήματος permettre



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

permis (ro)

  1. άδεια