perpetration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: perpétration

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

perpetration (en)

  1. διάπραξη
  2. αδίκημα που διαπράχθηκε