Μετάβαση στο περιεχόμενο

perturbo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
perturbo < per + turbo

perturbo (la) (perturbō1, perturbāvī, perturbātum, perturbāre)