pesée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pesée < peser

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pesée (fr) θηλυκό

  1. η ζύγιση

Συνώνυμα[επεξεργασία]