pheromone
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pheromone < αρχαία ελληνική φέρω + hormone (< αρχαία ελληνική ὁρμή)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pheromone (en)
pheromone (en)