Μετάβαση στο περιεχόμενο

piétinement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
piétinement piétinements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

piétinement (fr) αρσενικό