Μετάβαση στο περιεχόμενο

pied-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pied- < γαλλική pied, ιταλική piede

pied- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: πόδι

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]