Μετάβαση στο περιεχόμενο

pioggerellina

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pioggerellina < pioggerella

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pioggerellina pioggerelline

pioggerellina (it) θηλυκό