Μετάβαση στο περιεχόμενο

pléiade

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pléiade pléiades

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pléiade (fr) θηλυκό