placebo
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| placebo | placebos / placeboes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- placebo < (λόγιο δάνειο) λατινική placebo (θα ευχαριστήσω), μέλλοντας του ρήματος placeo
- η σημασία στην ιατρική ήδη από το 1785
- για την εκκλησιαστική σημασία: (κληρονομημένο) μέση αγγλική placebo < λατινική placebo από τον Ψαλμό 114 της Βουλγάτας, 9ο εδάφιο cxvi.9:[1] "Placebo Dominem in regionem vivorum" (θα ευχαριστήσω τον Κύριο στη γη των ζωντανών, εὐαρεστήσω ἐναντίον Κυρίου ἐν χώρᾳ ζώντων)[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pləˈsiː.bəʊ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]placebo (en)
- (φαρμακευτική, ιατρική, ψυχολογία) πλασέμπο
the placebo effect - το φαινόμενο πλασέμπο- ≠ αντώνυμα: nocebo
- (εκκλησιαστικός όρος) είδος νεκρώσιμης ακολουθίας της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
placebo στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ placebo - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
- ↑ πλασέμπο (ιστορική παρατήρηση) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- placebo - Oxford Learner's Dictionaries
- placebo - Cambridge Dictionary online
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| placebo | placebos |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]placebo (fr) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- placebo - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- placebo - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɫaˈkeː.boː/ (κλασικά λατινικά)
- ΔΦΑ : /plaˈt͡ʃɛː.bo/ (εκκλησιαστικά λατινικά)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]placebo (placēbō) (la)
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού μέλλοντα του placeo (θα ευχαριστήσω)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ διαγλωσσικοί όροι: placebo όπως αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά)
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Φαρμακευτική (αγγλικά)
- Ιατρική (αγγλικά)
- Ψυχολογία (αγγλικά)
- Εκκλησιαστικοί όροι (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Φαρμακευτική (γαλλικά)
- Ψυχολογία (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (λατινικά)
- Ρηματικοί τύποι (λατινικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (λατινικά)