poltrona

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

poltrona < παράγωγο του poltro

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
poltrona poltrone

poltrona (it)

  1. πολυθρόνα

Συνώνυμα[επεξεργασία]