Μετάβαση στο περιεχόμενο

polychromie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
polychromie polychromies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

polychromie (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]