Μετάβαση στο περιεχόμενο

portière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
portière portières

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

portière (fr) θηλυκό