powodować

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

powodować (pl)

  1. προκαλώ, προξενώ