précarité
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| précarité | précarités |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]précarité (fr) θηλυκό
- η αβεβαιότητα
- (οικονομία) η επισφάλεια
| ενικός | πληθυντικός |
| précarité | précarités |
précarité (fr) θηλυκό