Μετάβαση στο περιεχόμενο

précarité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
précarité précarités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

précarité (fr) θηλυκό

  1. η αβεβαιότητα
  2. (οικονομία) η επισφάλεια