Μετάβαση στο περιεχόμενο

prasa

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prasa (pl) θηλυκό

  1. ο τύπος (τα έντυπα μέσα ενημέρωσης)
  2. η πρέσα