prefix

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpɹiːfɪks/ (ουσιαστικό)
ΔΦΑ : /ˈpɹiːfɪks/ & /pɹiːˈfɪks/ (ρήμα)
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prefix (en)

  1. πρόθημα
  2. πρόθεμα
  3. (πληροφορική) το πρόθημα μιάς συμβολοσειράς (string)
    υπερώνυμα: substring
    δείτε επίσης: prefix στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • prefix στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prefix (fr) αρσενικό