Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Επίθετο
1.1.1
Συγγενικά
1.2
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
pregnant
48 γλώσσες
العربية
Azərbaycanca
বাংলা
Català
Čeština
Cymraeg
Dansk
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Bahasa Indonesia
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
Bahasa Melayu
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Oromoo
Polski
Português
Română
Русский
سنڌي
Simple English
Gagana Samoa
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
اردو
Vèneto
Tiếng Việt
粵語
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Επίθετο
[
επεξεργασία
]
pregnant
(en)
έγκυος
He gave his seat up to a
pregnant
woman.
Παραχώρησε τη θέση του σε μια
έγκυο
γυναίκα.
Συγγενικά
[
επεξεργασία
]
pregnancy
Πηγές
[
επεξεργασία
]
pregnant
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
pregnant
48 γλώσσες
Προσθήκη θέματος