pregnant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]pregnant (en)
- έγκυος
He gave his seat up to a pregnant woman.
- Παραχώρησε τη θέση του σε μια έγκυο γυναίκα.
She is pregnant with her first child.
- Κυοφορεί το πρώτο της παιδί.