Μετάβαση στο περιεχόμενο

profil

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
profil profils

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

profil (fr) αρσενικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

profil (tr)