promote
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | promote |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | promotes |
| αόριστος | promoted |
| παθητική μετοχή | promoted |
| ενεργητική μετοχή | promoting |
Ρήμα
[επεξεργασία]promote (en)
- προωθώ, διαφημίζω, βοηθώ να πουλήσω ένα προϊόν, μια υπηρεσία κτλ. ή να το κάνω πιο δημοφιλές με τη διαφήμιση ή την προσφορά του σε ειδική τιμή
- προβιβάζω
- προάγω