Μετάβαση στο περιεχόμενο

promulgation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
promulgation promulgations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

promulgation (fr) θηλυκό