propagule

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(φυτολογία)
propagule (en) ενικός
propagules (en) πληθυντικός

  • υπερώνυμο των: bud (οφθαλμός), gemma (γέμμα, μικρό κλωνοστέλεχος, αποσπώμενος αναπαραγωγικός οφθαλμός), seed (σπόρος), spore (σπόριο)
  • συνήθης χρήση, συγκεκριμένα: αποσπώμενη φυτική πολλαπλασιαστική µονάδα (διαφέρει ανά φυτό, δύναται ένα φυτό να έχει πολλούς τύπους κλωνοστοιχείων)