Μετάβαση στο περιεχόμενο

psychophysiologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
psychophysiologie psychophysiologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

psychophysiologie (fr) θηλυκό