pszczelarz

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pszczelarz (pl) < pszczoła (pl) + -arz

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpʃʧ̑ɛlaʃ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pszczelarz (pl) αρσενικό

  1. ο μελισσοκόμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ δείτε τη λέξη: pszczoła (pl)