Μετάβαση στο περιεχόμενο

purse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

purse (en)

  1. μικρός σάκος για μεταφορά χρημάτων, πουγκί
  2. (ΗΠΑ) τσάντα (γυναικεία)
  3. χρηματικό ποσό για συγκεκριμένο σκοπό