réitérative
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| réitérative | réitératives |
réitérative (fr)
- θηλυκό του réitératif
| ενικός | πληθυντικός |
| réitérative | réitératives |
réitérative (fr)