Μετάβαση στο περιεχόμενο

réitérative

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
réitérative réitératives

réitérative (fr)