réveiller

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁe.ve.je/
réveiller 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

réveiller (fr)

  1. (μεταβατικό) ξυπνώ κάποιον
    réveille-moi à sept heures - ξύπνα με στις εφτά
  2. (pronominal) ξυπνώ
    je me suis réveillé à sept heures - ξύπνησα στις εφτά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]