rake
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rake | rakes |
rake (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rake |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rakes |
| αόριστος | raked |
| παθητική μετοχή | raked |
| ενεργητική μετοχή | raking |
rake (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μαζεύω τα φύλλα με τσουγκράνα
The leaves had been raked into a pile.
- Τα φύλλα είχαν μαζευτεί με την τσουγκράνα σε έναν σωρό.