Μετάβαση στο περιεχόμενο

rake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rake rakes

rake (en)

ενεστώτας rake
γ΄ ενικό ενεστώτα rakes
αόριστος raked
παθητική μετοχή raked
ενεργητική μετοχή raking

rake (en)